'χειν

ἔχειν , ἔχω
check
pres inf act (attic epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • χεῖν — χάω pres inf act (attic epic doric ionic) χέω diffuse completely pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χέιν, Ερρίκος — (Hayn). Ελβετός φιλέλληνας. Όταν άρχισε η Επανάσταση ήρθε στην Ελλάδα και πήρε μέρος σε πολλές μάχες σε όλη τη διάρκειά της (1821 30). Για τη μεγάλη του προσφορά στον Αγώνα, τιμήθηκε με το αργυρό αριστείο και κατατάχθηκε στην τέταρτη τάξη της… …   Dictionary of Greek

  • ὠρύχειν — ὠρύ̱χειν , ὀρύσσω dig plup ind act 1st sg (attic epic ionic) ὠρύ̱χειν , ὀρύσσω dig perf inf act (epic) ὠρύ̱χειν , ὀρύσσω dig plup ind act 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προὔχειν — πρού̱χειν , πρό ὑσσω hyssop plup ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic parad form prose) πρού̱χειν , πρό ὑσσω hyssop perf inf act (attic epic doric ionic aeolic parad form prose) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προύχειν — πρού̱χειν , πρό ὑσσω hyssop plup ind act 1st sg (attic epic ionic) πρού̱χειν , πρό ὑσσω hyssop perf inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • лить — лью, укр. лити, ллю, блр. лiць, ст. слав. лити, лѣѭ χεῖν, а также лиѭ, лиѩти, болг. лея, сербохорв. ли̏ти, ли̏jе̑м, словен. liti, lijem, чеш. liti, leji, слвц. liаt᾽, lejem, др. польск. lic, leję, польск. lac, leję, в. луж. lec, liju, н. луж.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Liste griechischer Wortstämme in deutschen Fremdwörtern — Griechische Wortstämme sind im Deutschen überwiegend in Fachausdrücken zu finden, die entweder direkt dem Griechischen entstammen oder Neubildungen sind. Von einer begrenzten Anzahl dieser Wortstämme wurden und werden zahlreiche wissenschaftliche …   Deutsch Wikipedia

  • VIRGINITAS — apud plerasque olim Gentes magno fuit in pretio: Unde quum legem Papiam Poppaeam sanciret Augustus, quâ Maritis praemia, caelibibus poenae constituebantur, non solum ab ea Virgines excepit Vestales: sed etiam honorem illis eundem, quem Matribus,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βλαστημώ — ( άω) (AM βλασφημῶ, έω) 1. εκστομίζω ανόσια, υβριστικά λόγια εναντίον του θεού, αγίων προσώπων ή ιερών συμβόλων 2. αναθεματίζω, καταριέμαι μσν. νεοελλ. οικτίρω νεοελλ. 1. βρίζω ή καταριέμαι κάποιον 2. φρ. «βλαστήματα» εκδήλωση στενοχώριας και… …   Dictionary of Greek

  • επινόμιον — (I) ἐπινόμιον, τὸ (Α) [νομή] τα χρήματα που πληρώνονται για τη βοσκή. (II) ἐπινόμιον, τὸ (Α) [νόμος] τίτλος έργου που αποδίδεται στον Πλάτωνα. (III) ἐπινόμιον και ἐπινόμι και ‘πινόμι(ν) τὸ (Μ) [όνομα] 1. επώνυμο 2. προσωνυμία («ὀνομάζονταν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.